ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ: Καταγωγή και συνέχεια




Έτυχε να περπατώ, πριν από λίγες μέρες, στους δρόμους μικρής ευρωπαϊκής πόλης , επαρχιακής. Έτυχε να είναι στο Βέλγιο, θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε αλλού στην ευρωπαϊκή Δύση. Κάθε λίγα μέτρα είχα την αίσθηση -μου την έδινε το οικιστικό περιβάλλον- ότι βρισκόμουν σε πλήρη 18ο ή και 17ο αιώνα. Σκεφτόμουν -και ζήλεψα- τους κατοίκους αυτής της πόλης που μεγαλώνουν και ζουν με αίσθη­ση (συνειδητή ή ανεπίγνωστη: αδιάφορο) καταγωγής και συνέχειας.
Καταλάβαινα, για μια ακόμη φορά, την τραγωδία του οικιστικού ισοπεδωτισμού στη δική μου πατρίδα. Οι πόλεις στην Ελλάδα σήμερα -όλες, με μοναδική (ίσως) εξαίρεση το Ναύπλιο- μεταγγίζουν την αί­σθηση αναπηρίας ανήκεστης: Οι Νεοέλληνες είμαστε λαός δίχως καταγωγή και δίχως παρελθόν, λαός που έρχεται από το πουθε­νά. Το περιβάλλον που μας καθορίζει είναι η συγκαιρινή πολυκατοικία, το σταθμευμέ­νο ιδιωτικό αυτοκίνητο (πνιγμός), ο σκουπιδοντενεκές ξεχειλισμένος.
Και μη μου αντιτάξετε το γλειφιτζούρι για αρχαιοελληνικά μνημεία και ερείπια. Με αερογέφυρες πάνω από είκοσι πέντε αιώνες δεν λειτουργεί αίσθηση καταγωγής και συνέχειας, μόνο ψυχαναγκαστικά ιδεο­λογήματα φαμπρικάρονται. Η Αρχαία Ελλάδα και τα ερείπια των μνημείων της μέσα στις πόλεις μας είναι τόσο «δικά μας» των Νεοελλήνων όσο και του οποιουδήποτε απαίδευτου τουρίστα που τα φωτογρα­φίζει σήμερα σαν «ενθύμιο». Δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τον τρόπο της ζωή μας και με το «νόημα» που της δίνουμε, ε­πομένως καμία σχέση με καταγωγή και συ­νέχεια δική μας των σημερινών ελληνεπώνυμων.
Η καταγωγή, το παρελθόν, η συνέχεια μόνο ένσαρκο βιωματικό δεδομένο μπο­ρούν να είναι, όχι συναισθηματικές παρόλες και ψυχολογική αυθυποβολή. Καθημερι­νό οικιστικό περιβάλλον, που να παραπέμπει στο σπίτι του παππού,   του   προπάππου, των προγόνων μέχρι και δύο αιώνες πριν - σε αισθητές παραστάσεις και προσλαμβάνουσες   σταθερές   μέσα στην ίδια πόλη. Αλλά στη νεώτερη Ελλάδα ό,τι ήταν πα­ρελθόν θεωρήθηκε ντροπή, καθυστέρηση, συντήρηση, έπρεπε να εξαλειφθεί οπωσ­δήποτε, να στηθεί στη θέση του το «μοδέρνο»: μπετόν και φερ-φορζέ. Οι πόλεις του ελλαδικού κράτους σήμερα έχουν κα­ταγωγή και ιστορία τόση όση και οι πόλεις της ευρωπαϊκής μετανάστευσης σε άλλες ηπείρους ή οι τριτοκοσμικές πόλεις που α­πομιμήθηκαν την ευρωπαϊκή οικιστική νεωτερικότητα.
Σίγουρα υπάρχει και στη μητροπολιτική Ευρώπη η νεωτερική πολυκατοικία, απρόσωπη συχνά ή αισθητικά απεχθής, αλλά δεν κατάργησε τη συνέχεια της πολεοδομι­κής ιδιαιτερότητας, δεν εξαφάνισε την αρ­χιτεκτονική παράδοση. Στην Ελλάδα η πο­λυκατοικία ταυτίστηκε με το εφεύρημα της «αντιπαροχής: τη λιμασμένη υστερία για εύκολο πλουτισμό από την εμπορία της γης. Και η αντιπαροχή αφάνισε κάθε αί­σθηση καταγωγής συνέχειας, εξομοίωσε ισοπεδωτικά το οικιστικό περιβάλλον, κατάργησε κάθε διαφορά και ιδιοπροσωπία των πόλεων. Αδύνατον σήμερα πια να ξεχωρίσει κανείς αν βρίσκεται στι Σέρρες ή στη Σπάρτη, στην Κόρινθο ή στην Κοζά­νη, στο Ηράκλειο ή στη Λάρισα. Παντού το οικιστικό περιβάλλον αδυσώπητα καθορισμένο ούτε καν από το μεταπρατικό μοντέλο της πρωτεύουσας, αλλά μόνο από το υπόδειγμα της πλουτοφόρας άναρχης δόμησης των παρυφών της.
Χιλιοειπωμένες πιστοποιήσεις. Και μη γελιόμαστε, η καταστροφή δεν είναι απλώς αισθητική, δραματικὀτερη συνέπεια είναι η ανεστιότητα του Νεοέλληνα, η μετέωρη στο κενό της εθνικιστικής φλυαρίας ιστο­ρική του ύπαρξη και ευαισθησία. Ερχεται από το πουθενά, συνηθίζει το τίποτα, όλα στη ζωή του είναι ευκαιριακά: τύχη, λοβι­τούρα, αρπαχτή. Γι' αυτό  και πρώτιστο (πάντοτε άλυτο) πολιτικό μας πρόβλημα είναι η «διαπλοκή». Ακούν οι εταίροι της Ε.Ε. τις απαιτήσεις μας για νόμο «περί βασικού με­τόχου» και δεν καταλαβαίνουν τι ζητάμε. Εμφανιζόμαστε οργανωμένη τάχατες πολι­τεία, και στην πραγματικότητα παραμέ­νουμε ορδές ή αγέλες, όπως έλεγε ο Ροΐδης, που εναλλάσσονται στην καταλήστευση του δημόσιου χρήματος.
Θα μπορούσε ίσως να δεσμεύεται ο Νεοέλληνας ή να αναστέλλεται στον αδίστα­κτο αμοραλισμό του, αν έσωζε επίγνωση κάποιας καταγωγής και συνέχειας, αν έβλε­πε γύρω του τα αισθητά δεδομένα της ζωής του να έχουν καταγωγή και συνέχεια. Θα μπορούσε να κομίζει συνείδηση κοινω-νικής υποχρέωσης ή και αρχοντιάς, αν σω­ζόταν το σπίτι του παππού ή προπάππου του και είχε μάθει να εκτιμάει την ανυπέρ­βλητη αισθητική και σοφία του λαϊκού χτίσματος - να καυχάται για τους πραγματι­κούς (όχι τους ιδεολογικά κατασκευασμέ­νους) προγόνους του.
Μόνο στο Αγιονόρος και σε κάποιες με­ριές της Ινσταμπούλ, επισκέπτης περαστι­κός ο Νεοέλληνας, μπορεί να έχει ένα κά­ποιο ρίγος επίγνωσης από πού έρχεται και τι του δίνει πραγματική (όχι ιδεολογικά κα­τασκευασμένη) ταυτότητα. Την ίδια βιωμα­τική εμπειρία μπορεί ίσως να έχει μπαίνο­ντας και σε κάποιο από τα αναρίθμητα με­ταβυζαντινά εκκλησάκια που παραμένουν διάσπαρτα στις δήθεν «πόλεις» μας. Επισκέπης περαστικός και εκεί, γιατί οι εν χρήσει ενοριακοί ναοί είναι συνήθως προσκλήσεις αρχιτεκτονικού κιτσαριού ανατρι­χιαστικότερου και από τη μοδέρνα πολυ­κατοικία: Θρησκευτικά τεμένη «κατείδωλα» με φραγκομαντόνες, ηλεκτρικά καντή­λια και πλαστικά μανουάλια, που υπηρε­τούν εφήμερα ψυχολογικά ορμέμφυτα σκο­τεινού πρωτογονισμού. Καμία σχέση με τη συνέχεια και παράδοση του εκκλησιαστικού γεγονότος στην κάποτε Ελλάδα.
Ονειρεύομαι (πώς αλλιώς να επιζήσω;) έ­ναν χαρισματούχο πολιτικό που να παλαίψει πεισμωμένα για να ξαναδώσει στους Νεοέλληνες αίσθηση απτή καταγωγής και συνέχειας. Δύσκολο πολύ, αλλά όχι ακα­τόρθωτο. Όποιος κατανοήσει την ιστορική δυναμική του εγχειρήματος θα έχει και τη δημιουργική φαντασία να γεννήσει τους τρόπους σχεδιασμού και τη μεθοδική πρα­κτική για το ξεκίνημα.
Μέσα στη σκλαβιά, στην έσχατη φτώ­χεια, στην αγραμματοσύνη οι Έλληνες συ­νέχιζαν να γεννάνε πολιτισμό, ήθος αρχοντιάς. Σήμερα, γεννάμε καραγκιοζιλίκι στα τηλεοπτικά παράθυρα και σπιθαμιαία αναστήματα ευτελισμένων επαγγελμα­τιών της εξουσίας. Η ανάκαμψη είναι θέμα πολιτικό και μόνο, θέμα θεσμών και λειτουργίας των θεσμών. Μην βαυκαλιζόμα­στε με ηθικολογίες.

Καθημερινή της Κυριακής
6/11/2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...