"Η πόλη του "αθηναιογράφου" Παπαδιαμάντη" του Δημήτρη Φιλιππίδη (από τη "Βιβλιοθήκη" της "Ελευθεροτυπίας", 30/7/2011)



Βιβλιοθήκη της "Ελευθεροτυπίας", Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

το άγγιγμα του Σκιαθίτη

Η πόλη του «αθηναιογράφου» Παπαδιαμάντη

Αντίθετα με ό,τι θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, ο Παπαδιαμάντης αντιμετωπίζει την κατεξοχήν πόλη με την οποία ασχολείται στα «αστικά» του διηγήματα, την Αθήνα του 1900, όπως ακριβώς θα έκανε με την ύπαιθρο, τη νοσταλγική του Σκιάθο. Και στις δύο περιπτώσεις δουλεύει με «βιώματα». Εμείς θα θέλαμε να τονίσουμε, για να επαληθευτούν οι προκαταλήψεις μας για το πώς θα έπρεπε να είναι μια καθωσπρέπει «ηθογραφία», πως κάθε φορά λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την ίδια ματιά. Ούτε «νοσταλγική» αλλά ούτε, στον αντίποδά της, «καταγγελτική». Με μια ελαφριά δόση ειρωνείας (άρα και αποδοχής). Με μια (χωρίς ίχνος ηθικολογίας) ελαφράδα, που θυμίζει ίσως κινηματογραφικές κωμωδίες του Μπέργκμαν. Οπως στο διήγημα Το τυφλό σοκάκι (1906,) όπου το ερωτικό τρίγωνο, ενός ζευγαριού με τον κουμπάρο του, βρίσκει τελικά τη λύση λες και δεν τρέχει τίποτα.
Βιώματα, επειδή ο ίδιος μετέχει ενεργά στο περιβάλλον που τόσο καλά γνωρίζει και δέχεται να περιγράψει (έναντι γλισχράς αμοιβής). Ολοι οι γύρω του, πλάνητες, απόκληροι, περιθωριακοί, κινούνται μέσα σε μια πόλη όπως αυτός την ορίζει. Καμία σχέση με τα «λαμπρά μνημεία», αρχαία και σύγχρονα. Ούτε με τα λαμπερά μέγαρα που κοσμούν τη νέα πρωτεύουσα, δείγμα (όπως όλοι επιμένουν) σφριγηλούς κοινωνίας, αποφασισμένης να προοδεύσει και να κατακτήσει μια θέση πλάι στα προηγμένα έθνη - ο αιώνιος καημός. Οχι, η δική του πόλη είναι εκείνη που δεν καταδέχτηκε καμιά «ιστορία αρχιτεκτονικής» να καταγράψει, κι έτσι απομείναμε με τις περιγραφές του και με μερικά εξαθλιωμένα δείγματα, που ως εκ θαύματος σώζονται στις «προβληματικές» συνοικίες της Αθήνας σήμερα. Εκείνος όμως έδινε διαφορετικά τον ορισμό τους: τις χαρακτήριζε «εξόχως λαϊκές συνοικίες» (Ο χορός του κυρίου Περίανδρου, 1905).
Στα τέλη του 19ου αιώνα η Αθήνα του Παπαδιαμάντη -που τόσα χρωστά στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής- είναι η αρχέγονη Αθήνα, που έστω μακιγιαρισμένη άγρια έφτασε ώς εμάς, με τα στενά ακανόνιστα δρομάκια και τα τόσο συχνά τους αδιέξοδα, τα μικρόσπιτα και «τας χαμωγείους τρώγλας», τα συνοικιακά καφενεία και τις ταβέρνες, ακόμη και τα υποκριτικά αξιοπρεπή «ιδιόκτητα καταστήματα» (σήμερα: οίκοι ανοχής). Είναι σε χοντρές γραμμές η σημερινή «άλλη» Αθήνα μείον το τουριστικό λούστρο, που την κάνει ακόμη πιο αξιολύπητη. Η σημερινή Αθήνα επίσης, με τους οικονομικούς μετανάστες, στοιβαγμένους σε υπόγεια πολυκατοικιών, στη θέση των τότε «πτωχών εργατικών ανθρώπων», που νοίκιαζαν δωμάτια στις «αυλές». Κάθε τέτοια αυλή των θαυμάτων, πολύ πριν αναδειχτεί από τον ελληνικό κινηματογράφο, μπορεί να περιλαμβάνει τα πάντα. Από την κωμική ιστορία του μαστρο-Παύλου Πισκολέτου, που τον φασκελώνει περιφρονητικά ώς και ο «μικρός τριετής υιός του» (Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, 1896), ώς τις μοιραίες εναλλαγές των κοινωνικών σχέσεων (Ο γείτονας με το λαγούτο, 1900).
Αλλά και η Αθήνα του 1900, μας υπαινίσσεται ο Παπαδιαμάντης, είναι κι αυτή μια μεγάλη «μάντρα», η κλίμακα μόνον αλλάζει. Σε αυτόν τον συχνά παράδοξο κόσμο κινείται ο «άστεγος, ανέστιος, φερέοικος» δερβίσης με το λευκό σαρίκι (Ο ξεπεσμένος δερβίσης, 1896), όπως και ο «αρχιμόρταρος» Φοραμπάλλας, που παρομοιάζεται με τον γερο-Σιληνό (Κοινωνική αρμονία, 1906). Αυτό είναι το σκηνικό για την εξαίσια περιγραφή του πώς υποδέχτηκε η γειτονιά (σαν αρχαίο χορικό) την αυτοκτονία ενός νέου, που πρώτα εκτίθεται στη «μικρά, κομψή οικία» του και μετά κηδεύεται (Απόλαυσις στη γειτονιά, 1900).
Η ανώνυμη Αθήνα, σήμερα θα λέγαμε των λούμπεν μικρομεσαίων. Εκεί που για μας δεν υπάρχει τίποτε ιδιαίτερο, δεν συμβαίνει τίποτε άξιο αναφοράς. Τόσο είμαστε εμποτισμένοι από τη λατρεία του επωνύμου, ώστε αδυνατούμε να δούμε πιο πέρα από τη μύτη μας.
Ενα ταπεινό, αλήθεια, υλικό, αλλά ποτέ αδιάφορο. Ισα ίσα, το αντίστροφο, ένας μικρόκοσμος όχι μόνον αυθύπαρκτος (σε ελάχιστη επαφή με την «ανώτερη κοινωνία»), αλλά ικανός να ενσωματώσει διαφόρων ειδών δραματουργικές σκηνές. Η ομορφιά του Παπαδιαμάντη είναι πως μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό το περιθωριακό αστικό περιβάλλον για να στήσει μεγαλειώδεις σκηνογραφίες ή άλλοτε να δώσει με συντομογραφία την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ετσι μας ψιθυρίζει ότι το θεατρικό μεγαλείο (τι άλλο άλλωστε προσφέρει η πόλη;) δεν έχει να κάνει με ακριβά υλικά κι εντυπωσιακά μέσα, αλλά με το τίποτα, το ελάχιστο «κάτι». Οπως στο διήγημα Το θαλάσσωμα (1906), όπου η δίωρη βροχή «μετά βρόντων και ιαχής και με βολίδας αστραπών» εικονίζεται μινιμαλιστικά με το πλημμυρισμένο καφενείο σε κάποιον ανώνυμο «δρομίσκο», όπου οι λιγοστοί θαμώνες «ετάβλιζαν» ή έπαιζαν πρέφα ατάραχοι ή μισοκοιμούνταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...