"Για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας" της Ελενης Πορταλιου ("ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 15/04/2012)

..........................................................

Για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας

 
Ημερομηνία δημοσίευσης στην "ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 15/04/2012


της Ελενης Πορταλιου



Η πόρτα του Παράδεισου
είναι γερά κλεισμένη
κι απέξω παραδέρνουνε
τη γης οι κολασμένοι

Από τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς» του Μάνου Χατζιδάκι

Η πόλη είναι ένα ζωντανό σώμα ανθρώπινων και κοινωνικών καταστάσεων, που αναδύονται μέσα από την ακίνητη υλικότητα της κατασκευής της. Ότι περιγράφουν εξ αποστάσεως οι στατιστικές της κρίσης και οι σωτηριολογική ρητορεία της πολιτικής, μιλά εδώ τη γλώσσα των προσώπων και των σωμάτων. Αυτή η εισβολή της πραγματικής ζωής στην καρδιά της πόλης, που ενσαρκώνουν, από τη μια, οι «άθλιοι» των Αθηνών και, από την άλλη, οι χιλιάδες των «αγανακτισμένων», είναι απειλητική για την εξουσία. Είναι μια κατάσταση έκρυθμη και γι’ αυτό επικίνδυνη, τόσο για τα επενδεδυμένα κεφάλαια στο Ιστορικό Κέντρο όσο και για τις επενδεδυμένες στα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις πολιτικές κυριαρχίας της δυναστείας του πλούτου.
Ο προεκλογικός πυρετός του υπουργού Καταστολής του Πολίτη και του δημάρχου Αθηναίων για την εκκαθάριση του κέντρου της πόλης και τη δημιουργία μιας κοινωνικής και πολιτικής, υγειονομικής ζώνης ευταξίας, χωρίς «απόβλητους» μετανάστες, άστεγους, άπορους και διαμαρτυρόμενους ανθρώπους, είναι ένα ρατσιστικό, εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα, αν και με πολλές αντιφάσεις για τους εμπνευστές του. Γιατί το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας δεν στεγάζει μόνο την ακραία φτώχεια και εγκατάλειψη των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και τις διαμαρτυρίες των νεόπτωχων Ελλήνων, αλλά αποτελεί, επίσης, προνομιακό χώρο κερδοσκοπίας στη γη και τα ακίνητα και ανεξέλεγκτης δράσης διεθνικών εγκληματικών μαφιών, με τεράστιους τζίρους μαύρου χρήματος από το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών και άλλων εισαγόμενων λαθραία ειδών, την καταναγκαστική πορνεία γυναικών και παιδιών, τα οργανωμένα δίκτυα κλοπών και επαιτείας.
Αυτές οι καθόλου ευγενείς επιχειρηματικές δραστηριότητες, που οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους αφήνουν ανενόχλητες γιατί στον παγκοσμιοποιημένο μαφιόζικο καπιταλισμό το χρήμα δεν έχει χρώμα, και οι οποίες εμπλέκουν στα κυκλώματά τους, για ένα κομμάτι ψωμί, εξαθλιωμένους αλλοδαπούς και ντόπιους, είναι ανταγωνιστικές στη λειτουργία του κέντρου ως τόπου κατανάλωσης --εμπορίου, αναψυχής και τουρισμού-- και επομένως στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σ’ αυτούς τους τομείς. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η συνασπισμένη κρατική και δημοτική εξουσία, μη μπορώντας να συμβιβάσει δύο αντιθετικές μερίδες κεφαλαίων, ενεργεί σχεδόν αποκλειστικά με καταστολή απέναντι στους μετανάστες, τους νεόπτωχους των Αθηνών και τους διαδηλωτές, που κατονομάζει ως μοναδικούς υπεύθυνους της υποβάθμισης του κέντρου. Προφανώς το εμπόριο, η αναψυχή και ο τουρισμός στο Ιστορικό Κέντρο μαστίζονται σήμερα, αλλά από τις μνημονιακές πολιτικές σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της εργασίας και από τη δραματική μείωση των εισοδημάτων, με αποτέλεσμα εκατοντάδες καταστήματα να κλείνουν, δημιουργώντας κενά στο χώρο και ενισχύοντας την εικόνα εγκατάλειψης από την απουσία δημόσιας φροντίδας για την πόλη.

Η ετερογένεια του Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας
Το κέντρο της πόλης χαρακτηρίζεται ιστορικά από μεταβαλλόμενη αλλά έντονη ετερογένεια. Η εμφύτευση στο ακανόνιστο πολεοδομικά, οθωμανικό χωριό, που ήταν η Αθήνα την εποχή της απελευθέρωσης από την τουρκοκρατία, της κλασικής γεωμετρίας των μεγάλων αξόνων με εστιακά σημεία --σχέδιο Κλεάνθη, Σάουμπερτ και Κλέντσε-- δεν εξαφάνισε τα λαϊκά χαρακτηριστικά της πόλης. Στο κέντρο της Αθήνας αποτυπώνεται χωρικά η παρουσία τόσο της πολιτικής εξουσίας και της αναδυόμενης αστικής τάξης όσο και του λαϊκού κόσμου: των μεροκαματιάρηδων, των ανέργων, των μικροεμπόρων, των πλανόδιων και των φοιτητών.
Η Αθήνα σχεδιάστηκε στη βάση δύο τριγώνων, του μεγαλύτερου Μητροπόλεως-Αθηνάς-Πανεπιστημίου και του μικρότερου Ερμού-Αιόλου-Σταδίου, με τρεις πλατείες στις κορυφές τους: Σύνταγμα, Ομόνοια, Μοναστηράκι. Εξαρχής, στο σχεδιασμό αυτό ενσωματώθηκαν και διατηρήθηκαν οι κοινωνικές διακρίσεις. Από τη μια, αναπτύσσεται η περιοχή Πλάκας, Ανακτόρων, Συντάγματος, Σταδίου, Πανεπιστημίου και, από την άλλη, η περιοχή Μοναστηρακίου, Ψυρρή, Θησείου, με την πλατεία Ομονοίας στο μεταίχμιο των δύο.
Στην ανατολική πλευρά του σημερινού Ιστορικού Κέντρου, με όριο τους άξονες Αιόλου και Αθηνάς, που αρχικά δεν διαφοροποιούνται από τις περιοχές Συντάγματος, Πανεπιστημίου, Ερμού, στεγάζονται οι χώροι της πολιτικής εξουσίας, τα μέγαρα της αστικής και μεγαλοαστικής τάξης, τα πνευματικά ιδρύματα (τριλογία), το πολυτελές εμπόριο και η αστική δημόσια σφαίρα στα καφενεία.
Στη δυτική πλευρά του σημερινού Ιστορικού Κέντρου ανήκει η λαϊκή γειτονιά του Ψυρρή, εσωστρεφής, με μικρή μεταποιητική παραγωγή και εμπόριο, με χαρακτηριστικά λαϊκά καφενεία και τρόπους διασκέδασης, όπου συχνάζουν κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες της εποχής. Η πλατεία Μοναστηρακίου, κέντρο της παλιάς πόλης πριν την απελευθέρωση, συνεχίζει να είναι το κέντρο της αγοράς της Αθήνας, που επεκτείνεται στην Αθηνάς όταν η αγορά μεταφέρεται, μετά την πυρκαγιά στο Μοναστηράκι, στη σημερινή της θέση (Βαρβάκειος Αγορά).
Η πλατεία Λουδοβίκου (Κουμουνδούρου και σήμερα Ελευθερίας) συγκεντρώνει στα μέσα του 19ου αι., μετά την Αιόλου, τα μεγαλύτερα και καλύτερα εμπορικά καταστήματα, ξενοδοχεία, εστιατόρια και κέντρα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Ταυτόχρονα, ο γύρω χώρος διατηρεί τη λαϊκότητά του και γειτονεύει με τη συνοικία του Μεταξουργείου-θεατρικό κέντρο της Αθήνας. Στην πλατεία Ομονοίας κτίζονται αστικά μέγαρα και επιβλητικά ξενοδοχεία ως συνέχεια των οδών Αιόλου και Αθηνάς, πάντοτε, όμως, η Ομόνοια αποτελεί σημείο αναφοράς και διέλευσης των λαϊκών τάξεων, προσχωρώντας σταδιακά στο λαϊκό τμήμα της πόλης.
Το κέντρο είναι μια πολυλειτουργική συμπύκνωση της πόλης, που αρχικά σχεδόν ταυτίζεται με αυτή. Το παλάτι, η βουλή, υπουργεία, πανεπιστήμια, αστικά μέγαρα, μεγάλα ξενοδοχεία, λαμπρά θέατρα και καφέ αλλά και ταπεινά σπίτια όπου συγκατοικούν πολλές οικογένειες γύρω από μια αυλή, λαϊκά καφενεία, βιοτεχνία, πλανόδιο εμπόριο και θεάματα δρόμου, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, διερχόμενοι ξένοι και επαρχιώτες, συνθέτουν ένα μωσαϊκό χωρικών καταστάσεων και ανθρώπων, που συγχρωτίζονται και συγκρούονται. Γιατί το κέντρο της Αθήνας στέγασε ιστορικά και στεγάζει τη δημόσια σφαίρα του δρόμου, με έντονη, συγκρουσιακή παρουσία του λαού της πόλης σε όλες τις σημαντικές ιστορικές στιγμές και σε κάθε στιγμή που οι αποκάτω αναδύονται στο δημόσιο χώρο και κάνουν αισθητή την παρουσία τους: δημοκρατικό σύνταγμα και κατάργηση της βασιλείας του Όθωνα, αντίσταση στους Ιταλούς και τη γερμανική κατοχή, Ιουλιανά, 1-1-4, παιδεία και Κυπριακό, αντίσταση στη δικτατορία, φοιτητικές, εργατικές, αντιπολεμικές διαδηλώσεις, αγανακτισμένοι. Η διαδρομή Σύνταγμα-Πανεπιστήμιο-Ομόνοια είναι ένα ζωντανό μνημείο, ένα παλίμψηστο της νεότερης ελληνικής ιστορίας που γράφτηκε συχνά με αίμα και δάκρυα.
Όπως όλη η Αθήνα, το κέντρο της γίνεται αποδέκτης της μαζικής έλευσης των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922. Αυτός ο αναπτυγμένος και προοδευτικός πληθυσμός, που αιμοδότησε την ανάπτυξη της χώρας και την Αριστερά, στεγάστηκε σε σκηνές και παραπήγματα, σε δημόσια κτήρια και κάθε μορφής κατάλυμα, μέχρι να αρχίσει η στέγασή του, με κρατική στήριξη και ατομικούς πόρους, η οποία ολοκληρώθηκε αρκετά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τι θα έλεγαν σήμερα οι διώκτες της φτώχειας και των μεταναστών για την εικόνα της προσφυγιάς, που 90 χρόνια πριν κατέκλυζε την πόλη μέχρι τους αρχαιολογικούς της χώρους;
Η Αθήνα δεν υπήρξε ιστορικά αποστειρωμένη πόλη και η ένδεια, η παραβατικότητα, όπως και το κοινωνικό περιθώριο, είναι κομμάτι της ιστορίας της. Όταν, μετά τον πόλεμο, ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» ο δρόμος αυτός, όπως και η πλατεία Ομονοίας, έχουν περάσει στη δυτική όχθη της πόλης. Η οδός «των τεράτων και των θαυμάτων» διέλαθε του εξευρωπαϊσμού. Πλανόδιο μικροεμπόριο, συντεχνιακά στέκια, φτηνά ξενοδοχεία, υπόγεια μαγειρεία, κουρεία, μάντρες, πορνεία, παπατζήδες, αρκουδιάρηδες, αργυραμοιβοί -- εδώ ζει και κινείται ένα αποσυναρμολογημένο αστικό περιθώριο. «Καθιστός ο βίος των Αγίων / σε δωμάτια λαϊκών πορνείων / μέσ’ στις μυρωδιές των μαγειρείων / συντελείται ο νόμος των οργίων», είναι στίχοι από τις «Μπαλάντες».
Ο Γιώργος Ιωάννου εκδίδει το 1980 τη δική του Ομόνοια, γλυκόπικρη, τρυφερή, σκληρή και πάντα αστυνομικά επιτηρούμενη, την Ομόνοια της μοναξιάς, της επαρχίας και του απαγορευμένου έρωτα. «Μαθήτεψε αν σου βαστάει στην πλατεία. Είναι η πλατεία όλων των χωριών και όλων των πόλεων της χώρας. Όταν συχνάζεις εδώ, συχνάζεις παντού» … «και μπαινοβγαίνουν άνθρωποι αλλόθροοι, μαυριδεροί και μελαψοί και άλλοι λευκότεροι που μόνο από τα χείλη τους καταλαβαίνονται».

Το ιστορικό κέντρο μετά το 1990
Η ραγδαία μεταπολεμική ανοικοδόμηση, που έφτασε την Αττική πάνω στα βουνά και μέσα στη θάλασσα, δεν κατάφερε ν’ αλλάξει την αρχιτεκτονική και πολεοδομική φυσιογνωμία του Ιστορικού Κέντρου. Το 1985, με το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας, επί υπουργίας Αντώνη Τρίτση, αναγνωρίστηκε η αξία του και η ανάγκη προστασίας του πολυλειτουργικού και κατ’ επέκταση ετερογενούς κοινωνικά χαρακτήρα του. Αν και η θέση αυτή αποτύπωνε την προοδευτική ιδεολογία της εποχής και της κοινωνικής πολεοδομίας, έμεινε ευγενής διακήρυξη. Γιατί η εφαρμογή της απαιτούσε δημόσιες παρεμβάσεις, σχεδιασμό και έλεγχο του χώρου από τους αρμόδιους φορείς -- υπουργεία και δήμο. Ήδη, όμως, το Ιστορικό Κέντρο μετασχηματιζόταν με τους αγοραίους νόμους του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού.
Από το τέλος της δεκαετίας του ’90 ξεκινούν έργα ανάπλασης του ευρύτερου Ιστορικού Κέντρου, με την Ενοποίηση των Αρχαιολογικών Χώρων και τον επανασχεδιασμό 4 πλατειών: Σύνταγμα, Ομόνοια, Μοναστηράκι, Ελευθερίας. Αν και σημαντικό έργο για την ανάδειξη και προστασία των μνημείων, η ενοποίηση, λόγω απουσίας ευρύτερων πολεοδομικών και κοινωνικών μέτρων και ρυθμίσεων ανάσχεσης των κερδοσκοπικών τάσεων, προσέδωσε υπεραξία στα κτήρια του Ιστορικού Κέντρου και συνέβαλε στο σταδιακό μετασχηματισμό του σε χώρο κατανάλωσης: εμπορίου, αναψυχής , τουρισμού.
Μαζί με την πεζοδρόμηση της Ερμού το 1998 --την ώρα που σε όλη την Αττική μεσουρανούσαν το ιδιωτικό αυτοκίνητο και οι αυτοκινητόδρομοι-- και την αποκατάσταση ανενεργών κτηρίων, η ενοποίηση συνέβαλε στην εκτόξευση των τιμών ενοικίων στα ύψη. Το αποτέλεσμα ήταν να απομακρυνθεί η μικρή μεταποιητική παραγωγή, η κατοικία που είχε απομείνει και τα παλιά καταστήματα με είδη προηγούμενης εποχής και ο χώρος του Ιστορικού Κέντρου να αποδοθεί σε διάφορες κατηγορίες καταναλωτών, που πάντως συνέδεε το life style.
Το παζάρι εκδιώχθηκε από το Μοναστηράκι και την Ερμού, του Ψυρρή έγινε γειτονιά διασκέδασης, το Μεταξουργείο προσέλκυσε γκαλερί, θέατρα και κατοικία καλλιτεχνών ενώ, λίγο πιο μακριά στο Γκάζι, εγκαταστάθηκε ανεξέλεγκτος αριθμός διασκεδαστηρίων που παραμορφώνουν την ιστορική γειτονιά κατοικίας, με αποτέλεσμα μεγάλη μείωση του πληθυσμού της. Χαρακτηριστικό της κυριαρχίας των υπηρεσιών κατανάλωσης έναντι της παραγωγής είναι η μείωση του δείκτη απασχόλησης στη βιοτεχνία, που στο διάστημα 1991-2001 έπεσε κατά 30%, ενώ ο δείκτης απασχόλησης σε μπαρ και εστιατόρια αυξήθηκε κατά 90 %.
Ήδη, από την περίοδο αυτή, στο ευρύτερο Ιστορικό Κέντρο έχει αρχίσει η μαζική παρουσία προσφύγων και μεταναστών χωρίς χαρτιά, θυμάτων των ιμπεριαλιστικών και εμφυλίων πολέμων και της μεγάλης φτώχειας στις χώρες καταγωγής τους, αλλά και ντόπιων, που αναζητούν μεροκάματο και φαγητό στα συσσίτια του δήμου Αθηναίων, καθώς και χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών, όταν η Ομόνοια έγινε η κύρια πιάτσα διακίνησης. Παρά τον μεταμοντέρνο ατομισμό και τα πέτρινα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού και των Ολυμπιακών Αγώνων, που εκτόξευσαν το απεχθές χρέος της χώρας στα ύψη, η πολιτική και κοινωνική διαμαρτυρία δεν σίγησε ποτέ στο ιστορικό Κέντρο της Αθήνας.
Η σημερινή κρίση πολλαπλασίασε και έκανε εντονότερες τις εγγενείς αντιφάσεις του κέντρου. Οι φτωχοί, ντόπιοι και αλλοδαποί, πολλαπλασιάστηκαν, τα ναρκωτικά εξαπλώθηκαν, ο πληρωμένος ή περιστασιακός έρωτας έγινε καταναγκαστική πορνεία, οι καταναλωτές αναδιπλώθηκαν στις ελάχιστες καταναλωτικές δαπάνες επιβίωσης και τα μαγαζιά άρχισαν να κλείνουν μαζικά, ενώ οι εγκληματικές μαφίες του μαύρου χρήματος ελέγχουν περιοχές της δυτικής όχθης. Την ίδια στιγμή, το Ιστορικό Κέντρο ανέκτησε την πολιτική του ταυτότητα και λειτουργεί δυναμικά ως πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην εξουσία και το λαό της πόλης.

Επίλογος
Η ριζοσπαστική Αριστερά είναι σαφής και κατηγορηματική στις θέσεις της για την διέξοδο από την κρίση. Εξίσου σαφής και κατηγορηματική πρέπει να είναι για τους συμπολίτες μας απέναντι στους οποίους το κράτος και ο δήμος εξαπολύουν ρατσιστικές «επιχειρήσεις σκούπας». Προϋπόθεση ενός σχεδίου δημόσιων παρεμβάσεων και μέτρων για την αναζωογόνηση του Ιστορικού Κέντρου, με διατήρηση της ιστορικής του λαϊκότητας, είναι ένα πρόγραμμα για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες χωρίς χαρτιά, που περιλαμβάνει άδειες παραμονής, ταξιδιωτικά έγγραφα για τον απεγκλωβισμό τους από τη χώρα, εφ’ όσον το επιθυμούν, περίθαλψη στο σύστημα υγείας, φιλοξενία σε ανοιχτούς ξενώνες, όπως γίνεται σήμερα για ελάχιστους. Προϋπόθεση είναι, επίσης, άμεσα μέτρα αντιμετώπισης της νέας φτώχειας που ενδημεί στο κέντρο της πόλης. Η καταγγελία του μνημονίου και η παύση πληρωμής του χρέους είναι προϋπόθεση για την επιβίωση του λαού και της χώρας. Ταυτόχρονα, είναι και προϋπόθεση του εναλλακτικού σχεδίου για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας.
Η Ελένη Πορτάλιου είναι δημοτική σύμβουλος Αθηναίων με την Ανοιχτή Πόλη και διδάσκει στην Αρχιτεκτονική Σχολή ΕΜΠ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...