Κωστής Παλαμάς, Το σπίτι και το μαγαζί


από τα "Φιλικά Γράμματα"
Στὸ μακρὺ, τὸν πλατὺ καὶ τὸν πολυθόρυβο δρόμο βλέπω καθεμέρα καὶ μιὰ πρόσοψη σπιτιοῦ ποὺ ρίχνεται. Παντοῦ μαστόροι, χαλάσματα, κουβαλήματα, κάρρα, πέτρες, μαντρώματα, ἀσβεστώματα, λάκκοι, φωνές, κακό. Σὲ παντοτινὸν ἀνεμόδραμα βρίσκετ' ὁ δρόμος· κ' ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε περνοῦσες ξέγνοιαστα, τώρα διαβαίνεις μὲ λαχτάρα· κοιτάζεις ἀνωκάτου ἀνήσυχα μὴν τύχη καὶ σκοντάψης σὲ κανένα χοντρολίθαρο καὶ ξαπλωθῆς φαρδὺς πλατύς, μὴν τύχη καὶ σοῦ σπάση τὸ κεφάλι κανένα πατερὸ ξεφεύγοντας ἀπὸ τὲς σκαλωσιές. Γιατὶ σχεδὸν ὁ κάθε νοικοκύρης ποὺ 'τυχε νἄχη στὸ δρόμο αὐτὸ κι ἀπόνα τέτοιο παλάτι, τρίπατο, μαρμαρόχτιστο, γκρεμίζει τὰ μπροστινά του, ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτου, ἐκεῖνα ποὺ βλέπουν στὸ δρόμο, γιὰ νὰ φτιάση μαγαζιά. Τὰ μαγαζιὰ νοικιάζονται ἀκριβὰ στὸ δρόμο ἐκεῖνο, δίνουν χοντρὸ εἰσόδημα τὸ χρόνο, ἐνῶ τὰ πατώματα κ' οἱ μονοκατοικίες, ὅσο καλά κι ἂν νοικιάζονται, φέρνουν πολὺ λιγότερα. Ποθητὸ εἶναι τὸ μορφωκαμωμένο σπίτι, ἀλλὰ πολὺ ποθητότερο τὸ πλουσιοπάροχο μαγαζί. Καλὸ νὰ εἶσαι σὰν πυργοδεσπότης μέσα στὸ μεγάλο δρόμο, νὰ κλείνεσαι στὸ ἀρχοντικό σου, νὰ χαίρεσαι τὰ πλούτη σου, νὰ μὴ σὲ μέλη γιὰ τὲς ἔγνοιες τοῦ δρόμου, νὰ μὴ φτάν' ἡ βοή του ὡς τ' αὐτιά σου· μὰ πολὺ σοφώτερο, μαζὶ μ' αὐτά, νὰ φροντίζης μὲ κάθε τρόπο πῶς ν' αὐγατίσης τὸ βιός σου· γιατὶ παντοῦ ἀληθεύει τὸ πὼς ἡ εὐτυχία δὲν εἶναι ὃ,τι κρατοῦμε, ἀλλ' ὅ,τι καρτεροῦμε. Ἕνα σπίτι εἶναι κάτι στερεὸ καὶ θετικό· θησαυρὸς ποὺ γιομίζει τὸ μάτι καὶ γιομίζει καὶ τὸ χέρι. Ἀλλὰ μαζὶ μ' αὐτὰ ἕνα σπίτι μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ καλλιτέχνημα· τὸ σπίτι ἔχει τὸ νοικοκύρη του ποὺ ξόδεψε γιὰ νὰ τὸ χτίση, ἔχει καὶ τὸν τεχνίτη του ποὺ τὸ πρωτόπλασε· κι αὐτὸς ὁ τεχνίτης τυχαίνει νὰ εἶναι καλλιτέχνης·  πρωτορρίχνει στο σχέδιο τὴν ἰδέα τοῦ σπιτιοῦ, κι αὐτὴ πολλὲς φορές, εἴτε δική του εἶναι, εἴτε ἀπὸ ἄλλους ἐπιτήδεια παρμένη, κρύβει μιὰ χάρη, ἕνα νόημα. Καὶ γίνεται τὸ σπίτι, κι ἀστράφτει ἀπὸ ὀμορφιά, καὶ μιὰ ψυχή, ὅσο κι ἂν εἶναι θολὴ καὶ δυσκολονόητη, βλέπεις καὶ σαλαύει ἀπάνου του.

Αἴ! λοιπὸν ἔρχεται ὥρα κ' ἡ ὀμορφιὰ τοῦ σπιτιοῦ δὲν ταιριαζει πιὰ μὲ τὸ συμφέρον τοῦ νοικοκύρη· δὲν ὑπάρχει τόπος καὶ γιὰ τὰ δυὸ μαζί· ἢ πρέπει ἡ πρώτη νὰ χαθῆ, ἢ τὸ δευτερο νὰ χαντακωθῆ.  Ὁ νοικοκύρης πιάνει καὶ ζυγίζει καὶ τὰ δυὸ· ἀλλ' ἡ ὀμορφιὰ ποῦ νὰ βαρύνη; βαραίνει ὁ αιθέρας; βαραίνει τὸ ἄϋλο; μὰ τὸ συμφέρον ποὺ πάει χίλιες ὀκάδες, γέρνει βροντερὰ κι ἀποφασιστικὰ τὴ ζυγαριὰ πρὸς τὸ μέρος του. Τότε ὁ νοικοκύρης διώχνει ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ πετάει στοὺς δρόμους τὴν ἀνώφελη παρθένα, καὶ δίνει τὰ κλειδιὰ τοῦ σπιτιοῦ στὸ πονηρεμένο αὐτὸ μπακαλοπαίδι, μὲ τὴν ἄδεια νὰ κάμη ὅ,τι εἶναι ὀρθό. Καὶ τὸ συμφέρον ποὺ πάσχει ἀπὸ μαγαζομανία τὴν ξέρει τὴ δουλειά του. Καὶ νά γιατὶ γίνεται τὸ μεγάλο αὐτὸ κακὸ στὸ μεγάλο δρόμο. Τοὐλάχιστο ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτου, λἰγο λίγο ἀλλάζουν ὅλα τὰ ψηλὰ κατάκλειστα σπίτια ποὺ ἔμοιαζαν σὰν ὡραῖοι τάφοι, ἀλλάζουν τὴν πρώτην ἥσυχη  κι ἀρχοντική, μολονότι κρύα κάπως και λυπητερή, ὄψη τους. Πᾶνε οἱ ἀρχαϊκὲς κολῶνες, οἱ φανταχτερὲς ἐμπατές, τὰ σκαλιστὰ παράθυρα, οἱ πλουμισμένοι τοῖχοι· τώρα παντοῦ οἱ σιδερόφραχτες πόρτες, οἱ κρυσταλλένιες βιτρίνες, οἱ παρδαλὲς ἐπιγραφές,  τὰ ὁλάνοιχτα παζάρια. Κι ὁ δρόμος ἀλλάζει, παίρνοντας ὄψη φράγκικου βουλεβάρτου. Ὅμως μὲ ὅλη τὴ νοστιμάδα καὶ τὴν τάξη τῶν νέων μαγαζιῶν, μερικὰ σπίτια ποὺ εἶταν χτισμένα μὲ τέχνη τόσο εὐγενική,  τώρα στέκονται σὰν πετρένιοι ὄγκοι, χωρὶς νὰ λένε τίποτε. Λάθος ἔκαμα· λένε τὴ   δύναμη τῆς ἀσχημιᾶς μέσα στὴν ἀνθρώπινη τύφλα.
αντιγραφή από τον δέκατο τόμο των Απάντων, εκδόσεις Μπίρη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...